24.4 C
Nafpaktos
Sunday, June 16, 2024
spot_img
spot_img

Ηλ. Δημητρόπουλος: Νικόλαος Κασομούλης, ο Μακεδόνας αγωνιστής και ιστοριογράφος του 1821

του Ηλία Στ. Δημητρόπουλου, συγγραφέα, ιστορικού ερευνητή

(ομιλία στα Φιλολογικά βραδινά της Εταιρείας Λογοτεχνών ΝΔ Ελλάδας, Πάτρα)

 

Αν και ο Κολοκοτρώνης και το Μεσολόγγι αποτελούν τους Πυλώνες της Εθνικής μας Ανεξαρτησίας, κάποιοι άλλοι ήταν προικισμένοι να βαστούν στο ένα χέρι το ‘’καρυοφύλλι και στο άλλο το καλαμάρι’’. Είναι οι φωτισμένοι μπαρουτοκαπνισμένοι που κατέγραψαν τους καθημερινούς αγώνες, το κλίμα, τις πολεμικές συνθήκες τον ηρωισμό την καθημερινότητα κι ακόμα και τις μεμονωμένες λιποψυχίες και ιδιοτέλειες.

Είναι λοιπόν οι ιστοριογράφοι – απομνημονευματογράφοι, που στο διαλείμματα των μαχών κράτησαν σημειώσεις, αλλά οι περισσότεροι τα κατέγραψαν οι ίδιοι ή τα αφηγήθηκαν σε γραμματιζούμενες μετά την απελευθέρωση.

Στα νεότερα χρόνια τα απομνημονεύματα γνώρισαν μεγάλη άνθηση, ειδικά κατά την περίοδο του 19ου και του 20ου αιώνα.

Απομνημονεύματα για το ανεπανάληπτο 1821 έγραψαν οι : Θεόδωρος Κολοκοτρώνης που τα υπαγόρευσε στον Γεώργιο Τερτσέτη, ο Παλαιών Πατρών Γερμανός, ο Χριστόφορος Περραιβός, ο Εμμανουήλ Ξάνθος, ο Φωτάκος, ο Νικόλαος Σπηλιάδης, ο Αμβρόσιος Φραντζής, ο Λάμπρος Κουτσονίκας, ο Γιάννης Μακρυγιάννης, ο Σπυρομίλιος, και βέβαια ο  Νικόλαος Κασομούλης με το μνημειώδες τρίτομο έργο του με τον τίτλο «ΕΝΘΥΜΗΜΑΤΑ ΣΤΡΑΤΙΩΤΙΚΑ ΤΗΣ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗΣ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ 1821 – 1833

Όπως, συνήθως, συμβαίνει πολλές πόλεις και περιοχές διεκδικούν την οικειοποίηση κάποιου σπουδαίου προσώπου, που πήρε θέση στην ιστορία. Έτσι και η περίπτωση Κασομούλη δεν ξέφυγε από αυτόν τον κανόνα. Κοζάνη, Σιάτιστα, Πισοδέρι, αν όχι και οι Σέρρες, διεκδίκησαν, κατά καιρούς, την καταγωγή του. Πάντως η επίσημη θέση της ιστορίας τη Σιάτιστα θεωρεί ως πατρίδα των Κασομούληδων.

Η ιστορία της οικογένειας των Κασομούληδων ξεκινάει από το Πισοδέρι της Φλώρινας, με τον Κώστα Κασομούλη, έναν πολύ δραστήριο αρχοντάνθρωπο, με καταγωγή από το Πισοδέρι, ο οποίος νυμφεύθηκε τη Σουλτάνα από την οικογένεια των Φαρμάκηδων. Αρχικά εγκαταστάθηκε στην Κοζάνη, όπου εξελίχθηκε σε μεγαλέμπορο με επαγγελματικές συναλλαγές με άλλες πόλεις, ακόμη και της  Ευρώπης.

Η Κοζάνη διεκδικεί τη γέννηση του Ν. Κασομούλη το 1795 καθώς και των αδελφών του, Δημήτρη και Γεωργίου. Κατά τους Κοζανίτικους κύκλους εκεί πέθανε η μάνα τους, και ο πατέρας του μετακόμισε στη Σιάτιστα, όπου ήλθε σε δεύτερο γάμο με την Αλεξάνδρα με την οποία απέκτησε άλλα τρία παιδιά, την Κατερίνα, τη Σουλτάνα και τον Γιάννη.

Τον πρωτότοκο λοιπόν Νικόλαο τον συναντάμε, σε ηλικία  12 ετών, να μαθαίνει τα λίγα γράμματα στη Σιάτιστα και στην Τσαρίτσανη .

Οι εμπορικές ασχολίες, και κάποιοι διωγμοί από πλευράς των Τούρκων, έφεραν τον πατέρα του στις Σέρρες, ενώ η οικογένειά του παρέμεινε στη Σιάτιστα.

Το 1820 ο πατέρας του από τις Σέρρες, που από το 1811, είχε εγκατασταθεί εκεί για τις εμπορικές του δραστηριότητες, έστειλε τον 23χρονο Νικόλαο στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου, για εμπορικές συνεννοήσεις με τους παραγωγούς βαμβακιού. Κατά την επιστροφή του, ο Νικόλαος έμεινε τρεις μήνες στη Σμύρνη, η οποία, όπως γράφει στο ημερολόγιό του, τον γοήτευσε. Εκεί, διαποτισμένος από την οικογενειακή παράδοση υπέρ του αγώνα, για την αποτίναξη του τουρκικού ζυγού, μυήθηκε στη Φιλική Εταιρεία. από τον Κρητικό γιατρό Μιχάλη Ναύτη.

Επιστρέφοντας στις Σέρρες, μύησε με τη σειρά του τον Εμμανουήλ Παππά, πρωτεργάτη της Επανάστασης της Χαλκιδικής, τον πατέρα του και τον Μητροπολίτη Σερρών Χρύσανθο, καθώς και άλλους.

Συμμετέχει στην Επανάσταση των Σερρών και μετά την αποτυχία της καταφεύγει στην Σιάτιστα, όπου βρίσκει τους παιδικούς του φίλους. και επιδόθηκε στην εκεί οργάνωση των συμπατριωτών του γιαι τη συμμετοχή τους στην Επανάσταση.

Τον Σεπτέμβριο του 1821 οι πρόκριτοι της Σιάτιστας στέλνουν τον Κασομούλη μαζί με τον Κώστα Νικολάου, στον Μοριά για να ζητήσουν βοήθεια για την έναρξη του αγώνα στη Δυτική Μακεδονία.

Στο Άργος συναντήθηκαν με τον Δ. Υψηλάντη και από κοινού έστειλαν επιστολές στην Ύδρα, στα Ψαρά και αλλού, επισημαίνοντας τη σημασία που είχε η επανάσταση στη Μακεδονία.

Ο ίδιος ο Δημήτριος Υψηλάντης δεν μπόρεσε να δώσει τίποτε, παρά μόνο μία σημαία “τρίχρουν’’ με φοίνικα ζωγραφισμένον και με Σταυρόν χρυσωμένον εις την ‘’κορυφήν”.

Ο  Κασομούλης περιόδευσε στα νησιά, Κέα, Άνδρο, Τήνο, Μύκονο, Νάξο για βοήθεια. Τον Ιανουάριο του 1822 ο Κασομούλης έφθασε στα Ψαρά. Εφοδιάστηκε με ποσότητα μπαρουτιού και μολυβιού, φόρτωσε δυο καράβια και με καθυστέρηση, λόγω   ασθένειάς του, κίνησε για τον Όλυμπο.

Η Επανάσταση του Ολύμπου απέτυχε και ο Κασομούλης κατέφυγε στην περιοχή του Ασπροπόταμου και έγινε γραμματικός του καπετάνιου Νικόλαου Στουρνάρα, (1778 – 1826) τον οποίο και ακολούθησε σε όλες τις μάχες.

Να σημειωθεί ότι ο πατέρας του, Κωνσταντίνος, σκοτώθηκε στη μάχη της Νάουσας, η δε μητριά του, Σουλτάνα και τα ετεροθαλή αδέρφια του, Γιάννης Κατερίνα και Σουλτάνα αιχμαλωτίστηκαν και απελευθερώθηκαν μόλις το 1829 από τον Κιουταχή Πασά, αφού καταβλήθηκαν λύτρα.

Το 1823, μετά την εισβολή και την κατάπνιξη της Επανάστασης στον Ασπροπόταμο, από τον πασά Σκόνδρα και τον θάνατο του Μάρκου Μπότσαρη στο Κεφαλόβρυσο του Καρπενησίου, οι Ασπροποταμίτες με επικεφαλής τον Ν. Στουρνάρα κατέβηκαν στο Μεσολόγγι και συνέβαλαν στην οχύρωση της πόλης, ο δε Στουρνάρας ανέλαβε για ένα  διάστημα Διοικητής της φρουράς. Μαζί του, φυσικά, και ο Γραμματικός του, ο Νικόλαος Κασομούλης μαζί με τα αυταδέρφια του, Μήτρο και Γιώργο.

Αυτή είναι η πρώτη είσοδος στο Μεσολόγγι του Κασομούλη, γιατί, όπως θα δούμε στη συνέχεια, αποχώρησε για ένα διάστημα και μετέβη στο Ναύπλιο, για να επανέλθει στις 28 Ιουλίου το 1825.

Γράφει ο ίδιος ο Κασομούλης :

«Με φώναξε ο Στουρνάρας και μου είπε : θα πας και εσύ μαζί με τους άλλους στο Ναύπλιο και σε εξουσιοδοτώ να με αντιπροσωπεύεις εκεί σε όλα. Επίσης να παραλάβεις τους μισθούς των  δικών μας ανθρώπων από την Κυβέρνηση».

(σημείωση : είναι η εποχή της Β’ φάσης του εμφυλίου Πολέμου).

Πράγματι στις 6 Ιανουαρίου 1825, ο μέχρι τότε Διευθυντής Δυτικής Ελλάδας, Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος, με δύναμη 400 μαχητών, μεταξύ των οποίων και ο Κασομούλης, αναχώρησε από το Μεσολόγγι, και μέσω Ναυπακτίας, Δωρίδας, νησιών Τριζόνια, Αιγίου, έφθασε στο Ναύπλιο, για να διεκδικήσει την Προεδρία του Βουλευτικού.  Έκτοτε ο Μαυροκορδάτος δεν επανήλθε στο Μεσολόγγι.

Ο Κασομούλης, μαζί με τους δυτικοελλαδίτες, στις 24 Ιουνίου του 1825, εγκατέλειψαν το Ναύπλιο και ξεκίνησαν πεζή για το Μεσολόγγι, με διαδρομή, διαδοχικά, τα χωριά : Μπέρμπακα, Αϊ Γιώργης, Καστανιά. Στο οδοιπορικό αυτό μας μιλάει για την αναχαίτιση του Ιμπραήμ στους Μύλους από τους Μακρυγιάννη και Δημήτριο Υψηλάντη, για το ολέθριο φαινόμενο στα Τριπόταμα του ψευτο- καλόγερου ‘’Παπουλάκου» και τη σφαγή του, τελικά, από τον Ιμπραήμ.

Μέσω Κάπελης έφτασε στη Γαστούνη, όπου προσπάθησε να συγκεντρώσει χρήματα για το Μεσολόγγι, και τελικά μέσω της Γλαρέντζας (Κυλλήνη) διαπεραιώθηκε στο Μεσολόγγι  στις 29 Ιουλίου1825, όπου θα παραμείνει στο στενά πολιορκούμενο Μεσολόγγι, μέχρι την ηρωική έξοδο της 10ης Απριλίου 1826.

Αυτούς τους επτά μήνες θα ζήσει, μέχρι το τελευταίο κύτταρό του, την τραγικότητα αλλά και το μεγαλείο του υπέρτατου αγώνα. Πολεμιστής και ο ίδιος, ως χιλίαρχος πλέον, χωρίς, όμως, να διαθέτει ανάλογη δύναμη ανδρών, μαζί με τα δύο αδέρφια του, τον Μήτρο, που έπεσε στην έξοδο, και τον Γιώργο, αλλά και κυρίως, ως γραμματικός σε όλα τα συμβούλια και  τις διαβουλεύσεις των καπεταναίων.

Η ιστορία τον έταξε να είναι ο μοναδικός που κατέγραψε και διέσωσε αυτόν τον εθνικό πλούτο, τα συμβαίνοντα εντός των τειχών του Μεσολογγίου, ενώ οι επίσης Σπυρομήλιος και Αρτέμιος Μίχος που έγραψαν απομνημονεύματα, κατέγραψαν λκαθαρώς στρατιωτικά γεγονότα. λιτά- ξερά., όχι όμως και για την από κάτω κρυμμένη αλήθεια τους.

Στο σημείο αυτό ας δούμε το πώς έφτασε σε μας αυτός ο «Θησαυρός», το χειρόγραφο του Κασομούλη;

Ποιος άλλος, παρά ο θεματοφύλακας της κιβωτού του 1821, ο Γιάννης Βλαχογιάννης, μετά την ανάδειξη των περίφημων Απομνημονευμάτων του Στρατηγού Μακρυγιάννη (1907), μας διέσωσε – μας χάρισε –  θα ‘λεγα – το δεύτερο πολύτιμο ντοκουμέντο.

Συγκεκριμένα ο Γιάννης Βλαχογιάννης πληροφορήθηκε από τον ευπατρίδη Στρατηγό ε.α., Τιμολέοντα Βάσο για την ύπαρξη χειρογράφου του Κασομούλη, όμως αυτός, καίτοι φίλος του και λάτρης των γραμμάτων και των τεχνών, δεν έδειχνε προθυμία να του αποκαλύψει για το που βρίσκεται το χειρόγραφο και ποιος είναι ο κάτοχός του.

Το 1927 – δυο χρόνια πριν να πεθάνει- ο Στρατηγός ενέδωσε και είπε στον Βλαχογιάννη:

«Γράψε. κ.Π.Α. Ανδρέου, Στυλίδα, αυτός είναι ο κάτοχος του χειρογράφου».

Σπεύδει ο Βλαχογιάννης στη Στυλίδα και ο Ανδρέου τον πληροφορεί ότι το χειρόγραφο το κατέχει ο γαμπρός του, Φίλιππος Βώκος στη Θεσσαλονίκη. Με πολύ μόχθο κατάφερε ο ακούραστος Βλαχογιάννης με ολίγον περιπετειώδη τρόπο, ν’ αποκτήσει το χειρόγραφο το 1929.

Δεν διέθετε όμως χρήματα να εκδώσει το έργο και δεν ήταν εύκολο να βρεθεί χρηματοδότης, γιατί τα έξοδα της έκδοσης ήταν απαγορευτικά την εποχή εκείνη.

Αποδύθηκε σε αγώνα για εξεύρεση χρηματοδότη, χτυπώντας διάφορες πόρτες. Επί τέλους, το 1939 κατάφερε να εξασφαλίσει, από το Πάγκειο (ή Μπάγκειο) Ίδρυμα, το απαραίτητο ποσό και εκδίδει το έργο σε τρείς μεγάλους τόμους. Συγκεκριμένα το 1940 τυπώθηκε, στο τυπογραφείο του Α. Ι Βάρσου, ο Α΄ τόμος, το 1941 ο Β΄ τόμος και το 1942 ο Γ΄ τόμος, οπότε πλέον κατέστη κτήμα του Ελληνικού λαού. Το χειρόγραφο αποτελούταν από 2701 σελίδες μεγάλου σχήματος. Την επιμέλεια του έργου είχε ο  Γιάννης. Βλαχογιάννης, υπό τον τίτλο “Αρχεία της νεωτέρας ελληνικής ιστορίας, Νικολάου Κ. Κασομούλη αγωνιστού του 1821, Μακεδόνος. Ενθυμήματα στρατιωτικά της Επαναστάσεως των Ελλήνων 1821 -1833”. Στο έργο αυτό προτάσσεται ιστορία του αρματολισμού, που γράφτηκε, μεταγενέστερα από τον Κασομούλη, και συγκεκριμένα το 1861, καθώς και σημειώσεις του ίδιου του Βλαχογιάννη.

Χρονικά ο Κασομούλης άρχισε να γράφει από την 15ης Νοεμβρίου του 1832, όταν ήταν Λοχαγός Α’ και υπηρετούσε ως Διοικητής του τυπικού Τάγματος στα Δραπανοχώρια Ναυπλίου. Η συγγραφή συνεχίστηκε με διακοπές. Η μεγαλύτερη ανάπαυλα σημειώθηκε στις 24 Φεβρουαρίου του 1836, ενώ ήταν φρούραρχος Πειραιώς μετατέθηκε στο  σώμα της οροφυλακής όπου παρέμεινε μέχρι τις 20 Αυγούστου 1840 οπότε ξανά τοποθετήθηκε στο Ναύπλιο, ως πολιταρχικός Λοχαγός και Φρούραρχος στο Μπούρτζι και συνέχισε τη συγγραφή γράφοντας τον τρίτο τόμο (σελ.  χειρογράφου 1643 – 2694).

Τέλος το 1861, όπως προαναφέρθηκε επανέρχεται και ολοκληρώνει το έργο, αυτή τη φορά για να γράψει την ιστορία του Αρματολισμού ως συμπλήρωμα των αναμνήσεών του και που είναι η πρώτη απόπειρα συνθετικής παρουσίασής της. Ο Κασομούλης μετά από διάφορες διακυμάνσεις, λόγω των  πολιτικών ασταθειών της χώρας, εξελίχθηκε ως τον βαθμό του Συνταγματάρχη και όταν ήταν φρούραρχος της Λαμίας, παντρεύτηκε στη Στυλίδα, όπου κατοίκησε μέχρι τον θάνατό του το 1871. Ο γιός του Γιώργος σκοτώθηκε το  1836 κατά την καταδίωξη ληστών. Απόγονοι Κασομούληδες, 7ης γενιάς, βρίσκονται σήμερα στη Β. Εύβοια.

Το κυριότερο μέρος του έργου του είναι αυτό που αναφέρεται στα γεγονότα, την κατάσταση που επικρατούσε και την έξοδο. Ως εκ τούτου παρατίθενται επιλεκτικά ορισμένα αποσπάσματα αυτούσια και άλλα μερικώς διασκευασμένα. Μέσα στον υγρό και παγερό χειμώνα οι μαχητές της βάρδιας ξαγρυπνούν στις ντάπιες και οι  άλλοι απέναντι στα αμπριά τους. Οι ανάγκες επιβίωσης τους αναγκάζουν να επιστρατεύουν, πολλές φορές, το χιούμορ και τα χωρατά ως ψυχολογικό αντιστάθμισμα που έσπαγε την παγωνιά των νυχτερινών ωρών :

Ο Κασομούλης παραθέτει αρκετά τέτοια περιστατικά. Ας δούμε ένα από αυτά:

Φωνάζει ένας Τουρκαρβανίτης :

_ Ωρέ !

-Έ  !

Ξέρετε έναν παπά απ’ τ’ Αιτωλικό

-Όχι !

Εκείνος ο παπάς, μας είπε πως τον ζαχαρέ (τρόφιμα) τον σώσατε και δεν έχετε ούτε για δυο μέρες ακόμα.

  • Απαντά ο Γιάννης Μπαϊκτάρης στα Αρβανίτικα :
  • Όσο ακούς τα γαϊδούρια να γκαρίζουν, ωρέ τούρκε, μην ελπίζεις για Μεσολόγγι, μόνο φύλαγε το κεφάλι σου.
  • Και συνεχίζει ο Μπαϊκτάρης Ωρέ που είναι ο Μπάνος Σέβρανης ;
  • Τι τον θες λέει ο Αρβανίτης
  • Θέλω να μάθω
  • Εδώ είναι ωρέ, εδώ… Κι αν δεν είν’ αυτός, είν’ άλλος, ωρέ καλύτερος

(Είχε σκοτωθεί στον Ντολμά…)

Από τη στιγμή, που ο ελληνικός στόλος ήταν αδύνατον, πλέον, να σπάσει τον δια θαλάσσης αποκλεισμό του Μεσολογγίου, η κατάσταση μέρα με την ημέρα στην πολιορκημένη πόλη γινόταν τραγική και οι στιγμές «έδειχναν» την πορεία προς τον Γολγοθά.

Μας την διεκτραγωδεί ο Κασομούλης με μερικά χαρακτηριστικά αποσπάσματα που δίνουν την δραματική εικόνα που υπήρχε μέσα στο Μεσολόγγι.

«Από τα μέσα Φεβρουαρίου 1826 άρχισαν πολλές φαμελιές να στερούνται το ψωμί. Mία Mεσολογγίτισσα, η οποία περιέθαλπε  (σ.σ. έναν) ασθενή και τον  αυτάδελφό μου, τον Mήτρο, τελείωσεν την τροφή της, και μυστικά, μαζί με δύο φαμελιές Mεσολογγίτικες, έσφαξαν ένα γαϊδουράκι, πουλάρι και το έφαγαν. Τους βρήκα που έτρωγαν. Τους ρώτησα πού βρήκαν το κρέας, και τρόμαξε η ψυχή μου όταν ήκουσα ότι ήταν γαϊδούρι».

«Μία άλλη συντροφιά στρατιωτών Κραβαριτών είχε έναν σκύλο και, κρυφά και αυτοί, τον έσφαξαν και τον μαγείρεψαν.

Μαθεύτηκε και τούτο. Ημέρα παρ’ μέρα αυξανόταν η πείνα, έπεσεν (σ.σ. υποχώρησε)αναγκαστικά υποχώρησε και θρησκευτική επιταγή να μην τρώνε ακάθαρτα, και άρχισαν αναφανδόν πλέον να σφάζουν άλογα, μουλάρια, γαϊδούρια και ακόμη να τα πωλούν μία λίρα την οκά οι ιδιοκτήτες των, και που να προφθάσουν; Τρείς ημέρες πέρασαν και τελείωσαν και αυτά τα ζώα…».

«Μπορούσες να τους παρομοιάσεις. με τα πλέον άγρια θηρία την ώρα του πολέμου με τους εχθρούς, και αγγέλους μεταξύ των… Η μεγαλύτερη αισχύνη ήταν να δακρύσει ή να κλάψει ή να παραπονεθεί ο πληγωμένος ή να λέει αχ ! τον πονάει»

Όταν έφερναν κάποιον σκοτωμένο σαν ένα δείγμα υπέρβασης σχολίαζαν, Αμ ! «Χωρίς σφαχτά, γάμος δεν γίνεται».

«… είχε σκληρύνει η καρδιά και το μυαλό μας και δεν ξέραμε τι κάναμε.

Διαβαίνοντας από τον δρόμο της οικίας του Νότη (Μπότσαρη), βρήκα μία γυναίκα και τρεις άλλους αρρώστους  Μισολογγίτες συρόμενους και κυλιομένους στην πλατεία. Η γυναίκα εκραύγαζε· «πού μας αφήνετε», όσον μπορούσε, οι άρρωστοι έκλαιγαν. Την επέπληξα για τις φωνές της, αυτή εξακολουθούσε. Εβιάσθην (αναγκάστηκα) και την κέντρισα με την λόγχην. Ακούγω μίαν φωνή γνωστή: «Νικολάκη, εσύ φονεύεις (σ.σ. σκοτώνεις) την μητέρα μου; – Ναι, λέγω, διότι θα μας προδώσει». Εγνώρισα τον άνθρωπο, ήταν ο ατρόμητος νέος και ήρωας, πρώην σαλπιγκτής μας, ο Γρηγόρης Μισολογγίτης, τον φίλησα με δάκρυα κι εγώ και οι σύντροφοι, επί ποδός και με βιασύνη, πλην ήταν αδύνατον να βοηθηθεί. Τον παρηγόρησα, και τον είπα: «να κρεμάσει την τύχη του εις του Θεού το χέρι, καθώς και εμείς».

***

Προετοιμασία της εξόδου. Η απόφαση

Μπροστά σ’ αυτή τη δραματική κατάσταση, συνήλθε το Συμβούλιο των αρχηγών στον Ι.Ν. της Αγίας Παρασκευής, υπό την προεδρία του Επισκόπου Ρωγών, Ιωσήφ. Παρούσα και η Διευθυντική Επιτροπή με τον Πατρινό πρόεδρός της, Ιωάννη Παπαδιαμαντόπουλο.

Αποφασίστηκε η έξοδος να γίνει τη νύχτα της 10ης Απριλίου και ώρα 2α πρωινή, Κυριακή των Βαΐων.

Κατά τη διάρκεια της διασκέψεως μια ομάδα αγωνιστών, περνώντας έξω από την εκκλησία και αφού πληροφορήθηκαν τα αποφασισμένα, εισέβαλαν στον ναό και αξίωναν από τους Αρχηγούς να σφαχτούν πρώτα όλα τα γυναικόπαιδα, για να μην αιχμαλωτιστούν και ατιμασθούν από τους Τούρκους.

Προς στιγμή μερικοί αρχηγοί έκλιναν προς αυτή τη λύση. Τότε επεμβήκανε οι συνετότεροι, Νότης Μπότσαρης, Ραζηκότσικας και μερικοί άλλοι, οπότε παρεκάλεσαν τον σεβαστόν Επίσκοπον  Ιωσήφ να παρέμβει.

Ο Κασομούλης μας διέσωσε αυτό το σκηνικό, που ήταν και είναι Ύμνος στον Θεό και στους ανθρώπους, ιδού η μαρτυρία: του Κασομούλη.

… Ούτος εισελθών εν τω ιερώ του Ναού και λαβών ανά χείρας τον εσταυρωμένον εξήλθεν στην ωραίαν πύλην. Επί τη θέα του Θεανθρώπου πάραυτα νεκρική σιγή. Καθ’ ήν δι’ ενθέου εκκλήσεως και γλυκυτάτης προσλαλιάς, ειπών σύν τοις άλλοις ότι «η ζωή του ανθρώπου ανήκει μόνον εις τον Θεόν». Επρόλαβεν ο αείμνηστος Ιεράρχης την αγρίαν και απάνθρωπον σφαγή (Ηρώδειον). Οι πολεμιστές των οποίων το θρησκευτικό  αίσθημα ήτο λίαν αναπτυγμένον και ζωηρόν, παραιτηθέντων τοιαύτης απόφασης….

Στη συνέχεια ο Δεσπότης ανακοίνωσε τη μεγάλη απόφαση, την οποία κατέγραψε ο Κασομούλης.

Απόσπασμα της Απόφασης

«Εν ονόματι της Αγίας Τριάδος»

…Bλέποντες τον εαυτόν μας, το στράτευμα και τους πολίτας, εν γένει μικρούς και μεγάλους παρ ελπίδα εστερημένους από όλα τα κατεπείγοντα αναγκαία της ζωής πρό 40 ημέρας και ότι ε(κ)πληρώσαμεν τα χρέη μας (σ.σ.το καθήκον μας) ως πιστοί στρατιώται της πατρίδος εις στενήν πολιορκίαν ταύτην και ότι, εάν μίαν ημέραν υπομείνωμεν περισσότερον, θέλομεν αποθάνει όρθιοι εις τούς δρόμους όλοι.. Θεωρούντες εκ του άλλου ότι μας εξέλιπεν κάθε ελπίς βοηθείας και προμηθείας τόσον από την θάλασσαν καθώς και από την ξηράν, ώστε να δυνηθώμεν να βαστάξωμεν, ενώ ευρισκόμεθα νικηταί του εχθρού, αποφασίσαμεν ομοφώνως:

H έξοδός μας να γίνη βράδυ εις τας δύο ώρας της νυκτός 10 Aπριλίου, ημέρα Σάββατον και ξημερώνοντας των Bαϊων, κατά το εξής σχέδιον, ή έλθη ή δέν έλθη βοήθεια…

Eν Mισολογγίω 10 Aπριλίου 1826.”

Εν των μεταξύ ο αρχηγός των Μεσολογγιτών Αθανάσιος Ραζηκότσικας απέστειλε δύο Μεσολογγίτες αγγελιοφόρους στον Πλάτανο Ναυπακτίας ή στη Δερβέκιστα Θέρμου (διίστανται οι γνώμες) και συγκεκριμένα τους, Πάνο Λαδά και τον  Κανάτα, οι οποίοι ενημέρωσαν τους εκεί βρισκόμενους Γεώργιο Καραϊσκάκη και Κώστα Μπότσαρη, για την απόφαση της εξόδου τη συγκεκριμένη ημέρα και ώρα, ζητώντας τη βοήθειά τους.

Οι Οπλαρχηγοί απάντησαν θετικά και παράγγειλαν να μην αρχίσει η επιχείρηση πριν αυτοί προσβάλλουν τους εχθρούς από τα νώτα τους και καθόρισαν ως σύνθημα την εκ μέρους τους άναμμα τριών φωτιών. Δυστυχώς, πράγμα που δεν έγινε ποτέ.

Για να μην προδοθεί το σχέδιο, με απόφαση των αρχηγών εκτελέστηκαν όλοι οι Οθωμανοί αιχμάλωτο, μαζί τους και οι χριστιανοί που ήταν στη δούλεψη των Τούρκων. Μάλιστα ο Τζαβέλλας ‘’χάλασε’’ και τον αφοσιωμένο τούρκο υπηρέτη του, τον λεγόμενο ‘’Αράπη’’.

Για να «γευθούμε» από το μεγαλείο των αγωνιστών εξοδιτών του Μεσολογγίου, ας προστρέξουμε και πάλι στον ίδιο πολεμιστή και γραμματικό, να «μεταλάβουμε» από τον αυθεντικό τρόπο που ζωντανεύει την κατάσταση . Γράφει :

Περιφερόμενος ανά τους προμαχώνας και κοινοποιών εις τους Αξιωματικούς το σχέδιον, ενύκτωσεν, και επίστρεψα πάλιν εις του Μακρή την (Ν)Δάμπιαν, οπού ήσαν έτοιμοι όλοι. Άκρα ησυχία και άμιλλα· επείραζεν ένας τον άλλον γελώντας λέγοντας

Ποιος ηξεύρει αύριον πού θα παίρνη η ράχη σου αέραν»

«Ένας αξιωματικός του Στουρνάρα, ο Αποστόλης Τζαλαχάς, 55 χρονών άνθρωπος, μικρόθεν Αρματολός, βλέπων τον εαυτόν του αδύνατον ώστε να σωθή, και έχων άρματα χρυσά και χρήματα έως 10 χιλ. γρόσια. εις το κιμέρι του, εξεζώθη ετούτα όλα και τα δίδει να τα ζωθή και αρματωθή ένας ανεψιός του γυμνός, ο Γιώτης Σεΐζη. Ενδύσας τούτον και λαβών εκείνος τα άρματα εκείνου, τον έδωσεν την ευχήν του λέγων:

– Παιδί μου, από μικρό παιδί Κλέφτης και Αρματολός αυτά εκέρδισα – λαβέ τα ·δεν τα εντρόπιασα εις κανένα μέρος. Τα γόνατά μου δε βαστούν να τρέξω τόσον κάμπον και ανήφορον· σε τα δίδω με την ευχήν μου·έλα να σε φιλήσω, και να δώσης εξ αυτών και διά την ψυχήν μου. Εγώ πλέον μένω να αποθάνω εδώ, όπου θέλει πλέξει το βουβάλι εις το αίμα, μετά την φυγήν σας».

 

Εκεί ήταν και ο Στουρνάρας. Τον είπα λοιπόν ότι:

Όλοι οι Οπλαρχηγοί και στρατιώται επήγαμεν και αποχαιρετίσαμεν τους συναγώνιστάς μας, φίλους και συγγενείς, πληγωμένους και ασθενείς, οίτινες με δάκρυα χαράς μάλλον, παρά με λύπην χωριζόμενοι από ημάς, έμειναν να πεθάνουν πολεμούντες· κανένας από αυτούς δεν αγανάκτιζεν, διότι ο κίνδυνος της ζωής ήτον επίσης ο ίδιος και εις αυτούς και εις ημάς. Όλοι εύχοντο προς τους αναχωρούντας την καλήν αντάμωσιν εις τον άλλον κόσμον.

Φθάνοντας εις τον Ανεμόμυλον, αμέσως επήγα και ηύρα και τον Καψάλην εις την πυριτοθήκην εκοινοποίησα προς αυτόν τι ώρα έπρεπεν να βάλη φωτιά·αυτός μ’ αποκρίθη ότι:

Δεν θέλω ερμηνείαν, μόνον ώρα καλή σας, και όταν φθάσετε προς τον ριζόν του βουνού, ακούτε και βλέπετε τον Καψάλην σας που θα πετά.

Εις αυτήν την στιγμήν απέρασεν ο Τζιαβέλας από το μέρος μας, και μας ειδοποίησεν να τραβηχθούμεν·διευθύνθη δε βαδίζων την ακρογιαλιάν διά να έβγη προς την Μαρμαρούν, ώστε να συνάξη όλους γύρωθεν.

Όλα τα ανδρόγυνα εδιευθύνοντο εις την προσδιορισθείσαν γέφυραν, ωσάν αρνάκια με άκραν σιωπήν,·οι πατέρες με τα γιαταγάνια εις το εν χέρι κρεμασμένα, τα νουφέκια από το λουρί εις τον ώμον, και με το άλλον καθένας να βαστά ή κανέν παιδάκι του ή την σύζυγόν του, και να πηγαίνουν. Πολλαί γυναίκες ενδύθησαν ανδρίκεια και αρματώθησαν, και δεν εδιακρίνοντο εις το βάδισμα από τους άνδρας.

Τρέχοντας να εύρω τον Στορνάρην απαντώ (συναντώ) τον μακαρίτην Κώσταν Νάστον.

– Ωρέ Νικολάκη, μοι λέγει, γεφύρια δεν επήραμεν να βάλωμεν εις το αυλάκι του Ομέρ Πασιά·πώς θα περάσουν ο κόσμος λοιπόν; Τον πήραμεν εις τον λαιμόν μας.

– Τώρα μας το λέγεις; τον λέγω·τι έκαμες; Από τον θεόν να το εύρης! Εκεί πλησίον ήτον ο Καπετάν Μήτρος Δεληγεώργης και ο Βασίλης Χασάπης.

– Ωρέ αδελφοί, τους λέγω, εχάθη ο κόσμος – ογρήγορα στρώματα από τες καλύβες να γιομίσωμεν εις ένα μέρος το αυλάκι, διότι κανένας δεν θέλει δυνηθή να έβγη. Ενθυμήθησαν και τούτοι ευθύς τον κίνδυνον, και ούτως αμέσως ο πρόθυμος Δεληγιώργης και ο Βασίλης Χασάπης και όλοι οι στρατιώται, όσοι ήμασταν εκεί γύρωθεν, επήραμεν καθείς από εν στρώμα και το ερίξαμεν·και άρχισαν όλοι οι στρατιώται να κουβαλούν και να γιομίζουν.

Πλην η ώρα η προσδιορισμένη πλησίαζεν. Η Σελήνη ήτον δεκαήμερος, εις την αύξησίν της· προ μισής ώρας εσκεπάσθη με εν σύννεφον σκοτεινόν και δροσώδες· έβρεξεν ολίγον, και άρχισεν ο τόπος να γλιστρά·πλην εδοξάσαμεν τον Θεόν, διότι εκείνην την στιγμήν εσκέπασεν το φέγγος της σελήνης, ώστε να ωφεληθούμεν από το σκότος εις το κίνημα, πριν οι εχθροί μας καταλάβουν. Τρέχοντες λοιπόν όλοι, εδυνήθημεν να σκεπάσωμεν από το αυλάκι έως δύο οργιές το πλάτος τόπον.

Επίστρεψα από την γιόμωσιν του αύλακος, και ηύρα τρυπωμένον τον Στορνάρην ο οποίος, έφερνε την κάπαν του μαζί του, την φλοκάταν και τα άρματά του. Τον είπα να τα ρίξη όλα να ελαφρωθή, δεν ηθέλησεν·«διότι κρυολογώ», μου αποκρίθηκεν.

Φιλιούντας το χώμα του Μεσολογγίου, αποχαιρετούσαμεν με δάκρυα μίαν θέσιν, ήτις μας εφαίνετο ότι ήτον ο Παράδεισος, και εις την οποίαν αφήναμεν τόσους ήρωας ζωντανούς, μ’ όλον οπού αγνοούσαμεν και ημείς την τύχην μας.

Αμέσως εκινήθημεν, κατόπιν του Νότη. Ο Στορνάρης έσερνε και το άλογό του με το δισάκκι του· ενώ ακόμη ήμασταν  συσσωρευμένοι, προστάζει έναν στρατιώτη να το εβγάλη το άλογο περνώντας το από άλλο μέρος. Το πήρε ένας σεΐζης του, και ούτως εξήλθαμεν από την πρώτη γέφυραν.

Άκουσαν οι Τούρκοι τον κρότον των ποδαριών εις τας γέφυρας διότι ακούγετο ως ένας βαθύς βουβουνισμός (μπουπουνισμός).

Επλησίασαν οι εμπροσθινοί έως εις τες άκρες των αντίκρυ δύο εχθρικών προμαχώνων· εγιόμωσεν η πλαταία εκείνη έως εις το αυλάκι του Ομέρ Πασιά.

Το σύννεφον, το οποίον εκάλυπτεν την Σελήνην, ετραβήχθη καθ’ ην στιγμήν εβγαίναμεν -και το περισσότερον μέρος της Φρουράς είχεν έβγει, και εξαπλώθησαν εις την πεδιάδα- μας είδαν οι Άραβες εξερχομένους, και αρχίζουν τον ντουφεκισμόν και τον κανονοβολισμόν.

Μια ώρα σχεδόν υπομείναμεν την φωτιάν εκεί, πλαγιασμένοι και σιωπώντες. Ο Στορνάρης με τους στρατιώτας του ευρέθη μέσα εις τον αύλακα, και επροσμέναμεν να τραβηχθούν οι διαβάντες διά να εύρωμεν τόπον να κινήσωμεν και ημείς κατόπιν. Το μυστικόν ήτον «τζικούρι και στορνάρι».

Περιμείναντες τόσην ώρα να κτυπήση η «βοήθεια» το στρατόπεδον, είδαν οι εμπροσθινοί μας ότι καμία τοιαύτη βοήθεια δεν φαίνεται· μας ειδοποίησαν να είμεσθεν έτοιμοι, και αμέσως οι μεν ορμήσαντες προς τον δεξιόν εχθρικόν προμαχώνα, οι δε προς τον αριστερόν – οι Τούρκοι άφησαν τους προμαχώνας και έφυγον άλλοι εδώθεν και άλλοι εκείθεν.

Εβγήκεν ο σημαιοφόρος Αργύρης πρώτος, και με τους οδηγούς ομού και με τον Νότην άρχισαν συγκεχυμένως πλέον να εξέρχονται ασπαζόμενοι και αποχαιρετούντες καθείς το ιδικόν του οχύρωμα εις την θύραν και τας βαθμίδας με αναστεναγμούς:

– Αχ !, Μισολόγγι, Αχ !, αίματα οπού εχύσαμεν άδικα..

***

Κρίσεις για την αξία του έργου Κασομούλη

Το έργο του Κασομούλη για την Ελληνική Επανάσταση του 1821 παραμένει ως μία  από τις σημαντικότερες πηγές. Μαζί με εκείνο του Μακρυγιάννη, αποτελούν μνημεία της ελληνικής ιστορίας, ιδιαίτερης σημασίας.

Για τη γλώσσα των Ενθυμημάτων του, τόσον ο Γιάννης Βλαχογιάννης όσο και ο Κωνσταντίνος Δημαράς, προφανώς δημοτικιστικές και οι δύο, συγκρίνοντας τη γλώσσα του Κασομούλη σε σχέση με αυτή την ατόφια του  Μακρυγιάννη, σχολιάζουν :

‘’Τα λιγοστά γράμματα που έμαθε ο Κασομούλης, τον παρέσυραν να  προσπαθήσει να γράψει σε λόγια γλώσσα, με αποτέλεσμα  να σολοικίζει αρκετά μέσα στο έργο του. Έτσι συγκόβει φράσεις του, παραλείπει μόρια και ρήματα και κύρια ονόματα, πράγμα που θέλει ιδιαίτερη προσπάθεια η κατανόησή του. Όμως, ανεξάρτητα απ’ αυτά, αποτυπώνει ανάγλυφα την καθημερινότητα των αγωνιστών του 1821 και την ατμόσφαιρα εντός της οποίας κινήθηκαν’’.

Ο Βλαχογιάννης, μεταξύ άλλων τονίζει : θα έφτανε η περιγραφή της πολιορκίας του Μεσολογγίου του Κασομούλη να αναδείξει το όνομά του αθάνατο”. Και συνεχίζει ότι το ίδιο συγκλονιστική είναι και η περιγραφή της εκστρατείας του Καραϊσκάκη στον Πειραιά, όπου ο Κασομούλης λαμβάνει μέρος, καθώς και όλα τα γεγονότα και οι άγνωστες πτυχές της Επανάστασης καθ’ όλη τη διάρκειά της.

Ο Άγγλος μελετητής David Brewer (Μπρόγερ) στο βιβλίο του «ΕΛΛΑΔΑ 1453 – 1821» έχει ένα ξεχωριστό κεφάλαιο με τίτλο «Νικόλαος Κασομούλης – Ζώντας τον πόλεμο».

«Πώς να περιγράψει κανείς αυτό το θάμα της πολιορκίας; Θάφτανε η περιγραφή του Κασομούλη ν’ αναδείξει τ’ όνομα του αθάνατο μαζί με την ίδια του περιγραφή. Ως την ώρα τούτη γνωρίζαμε το Μεσολόγγι «απόξω» καθώς δηλαδή φαίνεται από τα έργα του τα πολεμικά, την αδιάκοπη άμυνα και επίθεση. Την εσωτερική του όμως κατάσταση, την ψυχολογική, την κοινωνική, και απλά ανθρώπινη που κατάφερνε αυτά τα έργα, δεν την ξέρουμε παρά μέσες – άκρες.

Οι περιγραφές των «Ελληνικών Χρονικών» (εφημερίδα του Μάγερ)δεν μας λένε παρά τις μάχες τις αμέτρητες λακωνικά, όμως το δράμα το μεγαλοφάνταστο που κρύβεται από κάτω δεν το λένε. Γενικά, την ιστορία τα πραγματικά περιστατικά, παρατεταγμένα με τα υλικά τους μονάχα γνωρίσματα, χωρίς τον αγώνα των ψυχών που τα γεννάει αθώρητος, αφήνουν τον άνθρωπο ψυχρό κι’ αδιάφορο θεατή, αντίκρυ από μια απέραντη λιτανεία νεκρών ονομάτων και πραγμάτων. Του Κασομούλη η περιγραφή μοιάζει με άξαφνο ξεσκέπασμα βαθιά κρυμμένου κόσμου ζωντανού. Φαντασθείτε, μια στιγμή, ένα απίστευτο άνοιγμα ναού μέσα στη γη χωμένου, που να λειτουργιέται ακόμα μυστικά, με τα εικονίσματα και με τα θυμιατά, με τα καντήλια και τα μανουάλια του αναμμένα, με παπάδες και δεσπότη λαμπροφόρετους, με ψαλτάδες αγγελόφωνους, παραδομένα, όλα κι όλους, σε μια λειτουργία ανείπωτη, μυστική μονοκλησιά, πανηγύρι αναστάσιμο, που άρχισε και που ποτέ δε θα τελειώσει πια.

 

Λάζαρος Γ. Κώτσικας έγραψε

(Προφανώς απόγονος του Ήρωα Ραζηκότσικα), έγραψε μεταγενέστερα

«… Σε αυτό το φανταχτερό πανηγύρι μας προσκαλεί ο Κασομούλης. Εκεί, στο Μεσολόγγι, είναι παρατηρητής μαζί και πολεμιστής, γραμματικός μαζί και παραστάτης στα περίφημα πολεμικά συμβούλια, ζωγράφος των μαχών, των εξόδων, των ομηρικών διαλόγων ανάμεσα σε εχθρούς και φίλους, των άγνωστων και απίστευτων επεισοδίων, ανεκδότων, περίεργων σκηνών με τα γέλια τους τα ηρωικά, τις προκλήσεις, και αντι – προκλήσεις και διονυσιακές βρισολογίες. Αναγκάζεται κανείς να μακαρίσει τον Κασομούλη τη φροντίδα τη μυστικοπαθή να μας μυήσει στα παραμικρά της Πολιορκίας και όχι μονάχα στα μεγάλα. Μπαίνοντας κανείς με την φαντασία, και με τον Κασομούλη συντροφιά, στο Μεσολόγγι δε μπορεί να κρατήσει τα δάκρυα. Έδωσε πιο πάνω την εικόνα ναού που λειτουργιέται τάχα. Λοιπόν, ο αναγνώστης νιώθει την ανάγκη την αμίλητη, να γονατίσει και να σταυροκοπηθεί».

Συμπερασματικά  ο Νικόλαος Κασομούλης, ο αθάνατος ήρωας του 1821, με τα “Ενθυμήματά του” προσφέρει σε όλους τους Έλληνες ένα ανεκτίμητο ιστορικό θησαυρό, που θα συγκινεί  και θα παραδειγματίζει τις γενιές των Ελλήνων.

Σε αντίθεση με ό, τι συμβαίνει με άλλους συγγραφείς απομνημονευμάτων του εικοσιένα, αποφεύγει να εκφραστεί υποτιμητικά για τους Τούρκους σεβόμενος το έθνος τους και τους εκτιμώντας την πολεμική ικανότητά τους , Η εικόνα του «άλλου» προβάλλεται σε δύο επίπεδα: το γενικό και το προσωπικό. Στο πρώτο επίπεδο, προφανώς, ο Τούρκος χαρακτηρίζεται ως  «εχθρός» μάλλον όμως ως τυραννικός κατακτητής και αλλόθρησκος, και όχι ως αλλοεθνής. Το αντιθετικό σχήμα που προβάλλεται ως προς την ταυτότητα και ετερότητα είναι

Μουσουλμάνος κατακτητής και Χριστιανός υπόδουλος.

Παρά ταύτα, σε προσωπικό επίπεδο στην καθημερινότητα, η εικόνα του Τούρκου δεν είναι πάντοτε αρνητική.  Αντίθετα ο Κασομούλης αφήνει να εννοηθεί ότι μπορούσαν να αναπτυχθούν σχέσεις αλληλοεκτίμησης και καλής γειτονίας, ακόμη και οικονομικής συνεργασίας μεταξύ των δύο λαών. Η κατάσταση αλλάζει με την έκρηξη της Επανάστασης. Η εικόνα του Τούρκου πλέον –τόσο σε γενικό όσο και σε προσωπικό επίπεδο είναι η εικόνα του αλλόθρησκου τυράννου. Στην αρχή του  αγώνα των  ραγιάδων για εθνική ελευθερία αλλά και για απαλλαγή από την οικονομική και κοινωνική καταπίεση, απελευθερώνονται τα βαθύτερα απωθημένα συναισθήματά τους εναντίον των Οθωμανών Τούρκων, λόγω των πολλών αδικιών και διακρίσεων που υφίσταντο κατά την περίοδο της οθωμανικής κυριαρχίας

Ο Οθωμανός γείτονας, λοιπόν, αντιμετωπίζεται τώρα ως εχθρός του ελληνικού έθνους, άρα και ως προσωπικός εχθρός. Έτσι , η Επανάσταση συνιστά μια ξεκάθαρη διαχωριστική τομή μεταξύ των δύο λαών, ενώ εξαναγκάζει κάθε πρόσωπο, Έλληνα ή Τούρκο, να ενταχθεί απρόσωπα στο οικείο σύνολο.

***

Ο Κασομούλης φέρεται ότι άφησε Διαθήκη, με την ευχή οι μεταγενέστεροι να εκδώσουν το έργο του, επ’ ωφελεία του Έθνους. Παρατίθεται ένα βασικό απόσπασμα:

 

«…Εάν επί της εποχής αυτών προσώπων δεν παρουσιασθεί δια την έκδοσιν του συγγράματός μου να μείνει τούτο (έστω μετά έναν αιώνα προφυλαγμένον εν τη κιβωτίω) και εκδοθεί από τους μεταγενέστερους οίτινες θα σέβονται περισσότερον την ιστορίαν της πατρίδος των και θα φροντίζουν με περισσοτέραν αυταπάρνηση και ζήλου δια την απόκτησιν του συγγράματος χάριν του Έθνους».

ΥΓ. Υπάρχει και ένα ακόμη βιβλίο του Κασομούλη με τον τίτλο

“Το ημερολόγιο”, λιγότερο γνωστό στο ευρύ κοινό.

Το ημερολόγιο αναφέρεται στη δίωξη της ληστείας στα τότε σύνορα της Ελλάδος, όταν υπηρετούσε από το 1830 έως το 1837, στη Φθιώτιδα ως Φρούραρχος, Λοχαγός του Πεζικού.

«Ημερολόγιον εξ αγνώστου και το πρώτον νυν εκδιδομένου χειρογράφου», το 1968, Επιμέλεια, εισαγωγή, σχόλια Εµµ. Γ. Πρωτοψάλτη, Αθήναι, εκδόσεις «Ε. Γ. Βαγιονάκης», σελίδες 280.

spot_img
Newspaper WordPress Theme
spot_img
Newspaper WordPress Theme
Newspaper WordPress Theme
Newspaper WordPress Theme

Περισσότερα

Newspaper WordPress Theme