Συνοπτικές παρατηρήσεις επί του νομοσχεδίου Υπαγωγής του ΤΟΕΒ Πεδιάδος Μόρνου στην ΕΥΔΑΠ Α.Ε. (*)
Η βασική άποψη είναι ότι το νομοσχέδιο επιχειρεί να οργανώσει τους παρόχους υπηρεσιών ύδατος, αλλά δεν απαντά ουσιαστικά στο θεμελιώδες ερώτημα της εθνικής πολιτικής για το αρδευτικό νερό: ποιος σχεδιάζει, ποιος συντονίζει, ποιος αξιολογεί και τελικά ποιος λογοδοτεί για το αποτέλεσμα.
1. Η άρδευση ως αυτοτελές αντικείμενο εθνικής πολιτικής. Η πρωτοβουλία για την αναδιοργάνωση του συστήματος παροχής υπηρεσιών ύδατος κινείται προς τη σωστή κατεύθυνση. Η ανάγκη για αποτελεσματικότερη διαχείριση των υδατικών πόρων είναι πλέον αδιαμφισβήτητη και αποτελεί εθνική προτεραιότητα. Ωστόσο, η άρδευση αποτελεί ένα ιδιαίτερο και εξαιρετικά κρίσιμο πεδίο δημόσιας πολιτικής, το οποίο δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται αποκλειστικά ως ζήτημα οργάνωσης των παρόχων υπηρεσιών ύδατος. Η βιωσιμότητα της ελληνικής γεωργίας, η ανταγωνιστικότητα των ελληνικών αγροτικών προϊόντων, η συγκράτηση του κόστους παραγωγής, η ασφάλεια της αγροτικής παραγωγής και η προσαρμογή στις επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό από τον τρόπο με τον οποίο η χώρα θα διαχειριστεί το αρδευτικό της νερό κατά τις επόμενες δεκαετίες. Η ελληνική γεωργία παρουσιάζει ιδιαιτερότητες που διαφοροποιούν ουσιαστικά την άρδευση από τις υπηρεσίες ύδρευσης και αποχέτευσης. Ο μικρός και κατακερματισμένος γεωργικός κλήρος, η ύπαρξη μεγάλου αριθμού μικρών φορέων διαχείρισης αρδευτικού νερού και οι περιορισμένες οργανωτικές, διοικητικές και τεχνικές δυνατότητές τους απαιτούν διαφορετική προσέγγιση από εκείνη που εφαρμόζεται στην αστική ύδρευση. Στο πλαίσιο αυτό, πρώτη εθνική προτεραιότητα πρέπει να αποτελέσει ο εκσυγχρονισμός των αρδευτικών υποδομών, με σταδιακή αντικατάσταση των ανοικτών και ιδιαίτερα των χωμάτινων αρδευτικών δικτύων από σύγχρονα κλειστά δίκτυα. Η μείωση των απωλειών νερού αποτελεί τη σημαντικότερη ίσως παρέμβαση τόσο για την προστασία των υδατικών πόρων όσο και για τη μείωση του κόστους παραγωγής και την ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας της ελληνικής γεωργίας.
2. Ενδεχόμενη απειλή για την τοπική αγροτική οικονομία: Η ανάθεση του αρδευτικού νερού της Φωκίδας σε έναν μητροπολιτικό πάροχο ύδρευσης δημιουργεί σύγκρουση συμφερόντων. Η ΕΥΔΑΠ έχει ως κύριο καταστατικό σκοπό την ύδρευση της πρωτεύουσας. Η διαχείριση του Μόρνου από την ΕΥΔΑΠ γίνεται ιστορικά για την κάλυψη των αναγκών της Αθήνας (μέσω του Υδραγωγείου Μόρνου). Η υπαγωγή της άρδευσης της πεδιάδας στην ΕΥΔΑΠ ενδέχεται να θέσει σε δεύτερη μοίρα τις αγροτικές ανάγκες της Φωκίδας, ιεραρχώντας το νερό αποκλειστικά ως πηγή αποθέματος για την Αττική, ειδικά σε περιόδους λειψυδρίας.
3. Η σχεδιαζόμενη υπαγωγή της Πεδιάδας Μόρνου στην ΕΥΔΑΠ παρουσιάζει σοβαρή νομική και θεσμική αντίφαση, ήτοι: γεωγραφική και διοικητική ασυμβατότητα. Η πεδιάδα του Μόρνου (Φωκίδα) ανήκει στο Υδατικό Διαμέρισμα Δυτικής Στερεάς Ελλάδας (EL04), μαζί με τις λεκάνες του Ευήνου και του Αχελώου. Αντίθετα, η ΕΥΔΑΠ δραστηριοποιείται και αντλεί την κύρια δικαιοδοσία της από το Υδατικό Διαμέρισμα Αττικής (EL06) και τμήματα της Ανατολικής Στερεάς Ελλάδας (Βοιωτία).
4. Σύγκρουση με τα ΣΔΛΑΠ (Οδηγία 2000/60/ΕΚ): Τα Σχέδια Διαχείρισης Λεκανών Απορροής Ποταμών (ΣΔΛΑΠ) έχουν θεσπιστεί με βάση αυστηρά υδρολογικά και οικολογικά κριτήρια της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η διοικητική υπαγωγή ενός αρδευτικού δικτύου της Δυτικής Ελλάδας (EL04) σε έναν φορέα της Αττικής (EL06) διασπά την ενότητα της λεκάνης απορροής. Παραβιάζει την ευρωπαϊκή αρχή της «ολοκληρωμένης διαχείρισης σε επίπεδο λεκάνης απορροής».
Προτείνεται, συνεπώς, να υπάρξει ιδιαίτερη δημόσια διαβούλευση, με αποκλειστικό αντικείμενο τη διαμόρφωση μιας ολοκληρωμένης εθνικής πολιτικής για το αρδευτικό νερό. Η πολιτική αυτή θα πρέπει να προσδιορίζει με σαφήνεια τους εθνικούς στόχους, τις αρμοδιότητες, το διοικητικό σύστημα εφαρμογής, τους μηχανισμούς επιστημονικής και τεχνικής υποστήριξης, καθώς και τη λογοδοσία για τα αποτελέσματά της. Μόνο έτσι μπορεί να διασφαλιστεί η βιώσιμη διαχείριση των υδατικών πόρων και να υποστηριχθεί αποτελεσματικά το μέλλον της ελληνικής γεωργίας.
Θα ακολουθήσει ολοκληρωμένη θεσμική παρέμβαση του Οργανισμού μας στη σχετική διαβούλευση του ΥΠΕΝ για τα Ύδατα.

















